Σάββατο 26 Ιουλίου 2025

Παραλίας Καμώματα (ΙΙ)

 Κι αφού που λες ξεσηκώσαμε όλο το σπίτι για να πάμε θάλασσα, και μοιάζαμε λες και μετακομίζαμε σε άλλη γη σε άλλους τόπους, κι αφού απλώσαμε το τσαντίρι μας στη παραλία και κάναμε το κολύμπι μας και ξεθεωθήκαμε, ήρθε η ώρα να βγούμε και να αράξουμε στη παραλία. Φυσικά έχουμε και καρέκλες θαλάσσης, τραπεζάκι και ψυγειάκι. Το επόμενο λεβελ είναι το "να τσιμπήσουμε κάτι". 

Όταν ακούς τη φράση "ας τσιμπήσουμε κάτι" μη την πιστεύεις. Δε πρόκειται για ένα μικρό κάτι που σου δίνει λίγη ενέργεια και σε βοηθά να προχωρήσεις τη μέρα σου. Πρόκειται για ένα τεράστιο κάτι που δε το τσιμπάς απλά, αλλά το καταβροχθίζεις. Κι εδώ παίζει μεγάλο ρόλο η ικανότητα της ελληνίδας μάνας να αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο αδυναμίας επιβίωσης σε καιρό πολέμου και ετοιμάζει από το σπίτι αυτά τα ρημαδιασμένα "κάτι". Κι όταν τσιμπάς κάτι φυσιολογικά, ίσως να είναι ένα φρούτο, ένα γιαουρτάκι, μια μπάρα δημητριακών. Αν όμως τσιμπάς το "κάτι" της ελληνίδας μάνας, είναι σα να τσιμπάς ελέφαντα, καρχαρία και γιατί όχι και δεινόσαυρο. 

Κάπως έτσι, βγαίνουν από το ψυγειάκι που ο θεός να το κάνει υποκοριστικό, σάντουιτς, τοστ, μπαγκέτες, με τυριά, γαλοπούλες, κεφτέδες, οριακά και μουσακάδες. Και να τα πατατάκια, τα τουιξάκια, τα σοκοφρετάκια, εν ολίγοις, για να μη τα πολυλογώ, όλος ο διάδρομος με τα σκατολοϊδια του σουπερ μάρκετ. Κι αν δεν έχεις αυτοπειθαρχία, σαν οντότητα; Δε πρέπει να ξαναφας για τα επόμενα τρία τέσσερα χρόνια. 

Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, ακούς μια φωνή από το υπερπέραν, της μάνας....Θέλετε να παραγγείλουμε και μερικά σουβλάκια; Ναι, φυσικά! Δε θα παραγγείλουμε σουβλάκια; Τι είμαστε; Τίποτα τυχαίοι; Και να σου τα σουβλάκια και τα πιτόγυρα και δε ξέρω κι εγώ τι άλλο, υπό το φως του φεγγαριού, κάτω από τα άστρα, να σαβουριάζουμε φαστ φουντ και να μη μπορούμε να αναπνεύσουμε από το φαΐ. 

Και φυσικά η βραδιά θα κλείσει με παγωτό μηχανής. Που εκεί αν πεις δε θέλω, έχεις σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα και πρέπει να αρχίσεις συνεδρίες με ψυχολόγο, συν τις επισκέψεις στον διατροφολόγο για να στρώσεις. 

Και κάπως έτσι, σερνόμαστε οικογενειακώς για να φύγουμε. Μαζεύουμε κατάκοποι το νοικοκυριό μας όλο από τη παραλία, μια σαγιονάρα απο δω, μια πετσέτα πεταμένη από κεί, μια μπάλα παραπέρα, αλλά μαζεύουμε και τα σκουπίδια μας και καταπονημένοι επιστρέφουμε στο σπίτι για να κάνουμε το μπάνιο της μπανιέρας, να φύγουν τα αλάτια και να πιούμε δροσερό νερό πριν παραδώσουμε το πνεύμα μας στον Μορφέα. 

Πάντως όλο το σκηνικό είναι πολύ καλύτερο από κάτι οργανωμένες παραλίες που πας απρόσωπα σε μια ξαπλώστρα με χώρο ένα επί ένα και πληρώνεις για ένα φρέντο κι ένα κλάμπ σαντουιτς, περίπου το μισό νεφρό σου. Έχει παραγίνει το κακό με τις ξαπλώστρες και τις οργανωμένες παραλίες. Χίλιες φορές χύμα στο κύμα να τρέχουμε, να παίζουμε, να κολυμπάμε, να φωνάζουμε (οκ αυτό είναι ενοχλητικό για τους άλλους, προσπαθούμε να μη το παρακάνουμε) και φυσικά να τρώωωωωωμε!!!!!

 Καλό υπόλοιπο Καλοκαίρι σε όλους. 

 

 

Κυριακή 20 Ιουλίου 2025

Παραλίας καμώματα (I)

Κυριακή σήμερα και όπως κάθε κλασική ελληνική οικογένεια, έτσι κι εμείς, συγκεντρώσαμε τον εξοπλισμό μας και πήγαμε παραλία. Κι όταν λέμε εξοπλισμό, εννοούμε, ομπρέλες, καρέκλες, τραπεζάκια, ψυγειάκια, φαγητάκια, νερά, αναψυκτικά, μπύρες, φρούτα, παιχνίδια για τα παιδιά, στρώματα θαλάσσης, ρακέτες, μπάλες, τσάντες, πετσέτες, αντηλιακά, αντικουνουπικά, ηρεμιστικά....

Έχει πολλή πλάκα στη παραλία. Τουλάχιστον εκεί που πάω εγώ κάπου μεταξύ Κορινθιακού και Σαρωνικού. Οικογένειες παντού, απλωμένες στη παραλία με τα χειροποίητα τσαντίρια τους, με τα παιδάκια να τρέχουν εδώ κι εκεί, με τα σκυλιά τους και όλα τα κουζινικά τους. Είδα μετά από πολλά χρόνια κι ένα καρπούζι χωμένο στην ακροθαλασσιά για να παγώσει. Τα κάναμε κι εμείς αυτά παλιά στα camping που σέρναμε τα κορμιά μας. 

Δεν πάει πίσω η δική μου οικογένεια. Ο ανιψιός μου κάνει σαν μανιασμένο σκυλί μέσα στη θάλασσα. Τι βουτιές, τι πατητές, τι κωλοτούμπες. Ηρέμησε, ρε Βαγγέλη, του λέω κάποια στιγμή. Θα πνιγείς αγόρι μου. Τι λες, ρε θεία, μου λέει. Εγώ είμαι δεινός κολυμβητής. Που το άκουσε τώρα το δεινός κολυμβητής και το πέταξε έτσι απότομα, ούτε και ξέρω. Μη μας βρέχεις ρε παιδί μου, του λέω! Βρεγμένες είστε ήδη, λέει ειρωνικά. 

Η μεγάλη, η Αιμιλία, μπαίνει στη θάλασσα λες και ετοιμάζεται για φωτογράφιση. Με το μαγιό της το εντυπωσιακό, έφηβη πια, μπαίνει ως τα γόνατα και μετά το παίζει γοργόνα. Και δε κάνει βουτιές γιατί κάπου στο Τικ Τοκ άκουσε πως τα μαλλιά τα καταστρέφει η θάλασσα και ο ήλιος. Βρε μπες μέσα, να δροσιστεί η κεφάλα, να αναθαρρήσει ο εγκέφαλος! Τίποτα αυτή. Σαν την μαντάμ Σουσού! Μυγιάγγιχτη και ψηλομύτα. 

Τι τα θες. Έτσι είναι τα παιδιά. Και μετά από καμιά ώρα που κολυμπάμε και βγαίνουμε αποκαμωμένοι, να βλέπω τη μάνα τους με το τριφτήρι για τις πατούσες να ξύνει νεκρό δέρμα. Εδώ ήρθες να κάνεις πεντικιουρ; Της λέω. Έχω κι άλλο τριφτήρι, μου λέει. Θες; Και βέβαια θέλω, φέρε. Το δέρμα έχει μαλακώσει από τη θάλασσα και είναι η καλύτερη ευκαιρία να φτιάξουμε φτέρνες μωρού παιδιού. Ευτυχώς είναι όλοι γυρισμένοι και δε μας βλέπουν. 

 Κι όσο εμείς καλωπίζουμε τις φτέρνες μας, ο μικρός έχει χλαπακιάσει ό,τι υπάρχει και δεν υπάρχει απο σνακ. Σιγά, του λέμε, Βαγγέλη, θα πνιγείς. Αυτός τσαντίζεται. Δηλαδή εγώ, λέει ή θα πνιγώ στη θάλασσα ή θα πνιγώ από το φαγητό; Οχι, του λέω, παίζει να σε πνίξουμε κι εμείς με τα χέρια μας. Η ορεξή του απέραντη μετά το μπάνιο. Η μεγάλη, δεν πεινάει. Δεν τρώει. Προσέχει. Κάνει και γυμναστική μέσα στο καλοκαίρι. Αιμιλία, θες φρούτο; Οχι. Αιμιλία, θες χυμό; Οχι. Αιμιλία, θες μια μπάρα δημητριακών; Οχι. Αιμιλία, δε μας χέζεις;. Ναι. Γυρνάει και χάνεται στον κόσμο του Ινσταγκραμ που μόλις φέτος της επιτρέψαμε να ανοίξει και να ανακαλύψει. Και μάλλον, το έχουμε μετανιώσει ήδη.  

 Επειδή τώρα φύγαμε από τη παραλία και πάμε να φάμε σαν άνθρωποι πίτσα κλπ κολασμένα πιάτα, θα συνεχίσω σε part ΙΙ τα υπόλοιπα couλά παρατράγουδα.

Να περνάτε όμορφα! 

Παρασκευή 11 Ιουλίου 2025

Γινωμένα βερίκοκα!

Θα σας πω ένα μυστικό. Καλά, δεν είναι ακριβώς μυστικό, κάποιοι το ξέρετε ήδη και πολλοί θα το έχετε υποψιαστεί. Οι σχέσεις, που λέτε, είναι πολύ δύσκολες. Κυρίως όταν μεγαλώνεις. Άμα πατήσεις τα σαράντα και δεν έχεις μόνιμο σύντροφο, κάηκες. Έχεις παραξενέψει. Όλα σου βρωμάνε και ίσως να βρωμάς κι εσύ λίγο. Κατ' αρχάς πλύσου. Είναι καλοκαίρι και απαιτείται περισσότερη σωματική φροντίδα και καθαριότητα. Αλλά ας μη ξεφεύγω από το θέμα. 

Οι σχέσεις είναι δύσκολες. Άκου τώρα τί μου έκανε εντύπωση σε έναν τύπο που γνώρισα πρόσφατα. Κάτι γινόταν μέσα στη μύτη του. Δε ξέρω τι. Χρειαζόταν μια αποψίλωση. Κάποιο δάσος από τρίχες είχε σχηματιστεί εκεί μέσα, και κάθε φορά που για χι ψι λόγους σήκωνε το κεφάλι του, φαινόταν πολύ αντιαισθητικό. Τώρα θα μου πεις ρε Couλα, έτσι κρίνεις τους ανθρώπους εσύ; Επ' ουδενί! Απλά το αναφέρω σαν μια επιβεβαίωση πως μετά τα σαράντα γινόμαστε ανυπόφοροι άνθρωποι και γι' αυτό δε μπορούμε να βρούμε έναν μόνιμο σύντροφο. Μετά βαριόμαστε και λίγο.

Στα 20 η χαρά του ανθρώπου είναι να γνωρίζει κόσμο, να βγαίνει, να περνάει καλά, να κάνει έρωτα, να ζει τα νιάτα του, να ξενυχτάει, να χορεύει, να δοκιμάζει πράγματα και αντοχές. Στα 30 του, τα πολλά τα κλαμπ γίνονται μουσικές σκηνές και συναυλίες. Οι γνωριμίες γίνονται μόνο μέσω γνωστών και σιγά σιγά η ζωή σε πάει στα 40. Εκεί κάπου είναι που ακούς κλαμπ και είναι σα να σου είπαν τράβα πνίξου. Θα βγεις για ένα φαγητό, ένα θέατρο και άντε το πολύ πολύ να γνωρίσεις και κανέναν νέο συνάδελφο. Οι φίλοι είναι παγιωμένοι. Η ρουτίνα είναι παγιωμένη. Οι απαιτήσεις σου είναι παγιωμένες. Οι προσδοκίες σου είναι τετελεσμένες. 

 Για σκέψου όμως κάτι; Να γνωρίσεις έναν άνθρωπο και να τον θελήσεις γι' αυτό που ακριβώς είναι; Να σε θελήσει γι' αυτό που ακριβώς είσαι; Να μη χρειάζονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις για να βγείτε και να γνωριστείτε καλύτερα; Να είσαι εκεί και να είναι εκεί όταν το χρειάζεστε κι οι δυο. Να μη χρειάζεται να αδυνατίσεις, να βαφτείς πολύ, να αλλάξεις τις συνήθειες σου και να μην νιώθεις την ανάγκη να κάνει κι εκείνος πράγματα που άλλοτε θα τα απαιτούσες και θα τα επέβαλες. Μια σχέση που καθένας έχει την αυθυπαρξία του και παράλληλα σέβεται τον άλλο και τις επιλογές του. Μια συντροφική σχέση που θα βασίζεται σε δυο αλήθειες που κάθονται η μία απέναντι στην άλλη και αποδέχονται πως παρόλο που είναι δύο, μπορεί καθεμία να ζήσει μαζί με την άλλη, παράλληλα και ταυτόχρονα, κοντά και μακριά, μαζί αλλά χωρίς πνιγμούς, με κατανόηση, ενσυναίσθηση και αγάπη. 

Σας εύχομαι να το ζήσετε. Να βρεθεί εκείνη η άλλη ψυχή που θα αποδεχτεί το είναι σας χωρίς προσδοκίες για να σας αλλάξει και να σας προσαρμόσει στα θέλω του. Όσο ψάχνετε να τη βρείτε, εγώ πάω να φάω ένα γινωμένο βερίκοκο. 

 Καλή σας νύχτα. 

 

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2025

Και τα χρόνια περνάνε...

Πως περνάνε έτσι αδυσώπητα τα χρόνια; Σαν χτες κάναμε βόλτα στο Μοναστηράκι. Κάτσαμε και ήπιαμε ένα τσάι και χαμογελούσες. Μου έλεγες να μην ανησυχώ, πως όλα θα πάνε καλά. Μην ακούω τί λένε για μένα, να μη με νοιάζει! Ποιος μας ξέρει; Ποιος ξέρει τα μύχια της ψυχής μας; Μου έλεγες: Μη δίνεις σημασία. Μη θυμώνεις. Μην απαντάς στα κακόβουλα σχόλια. Μη στεναχωριέσαι. Κι εγώ αλητάκι πάντα, να τραβάω στα άκρα τις λέξεις, τις καταστάσεις, να υπεραναλύω αλλά και να σε κάνω να γελάς. Εκείνα τα γέλια σου, πόσο τα αγαπούσα! Πόσο μου έφτιαχνε η διάθεση σαν σε έβλεπα να γελάς! Κι έβαζα στόχο να σε κάνω να πέφτεις κάτω από τα γέλια. Να κακαρίζουμε σαν πεντάχρονα. Και το πετύχαινα μερικές φορές και χαιρόμουν μόνη μου. 

Εσύ, η πιο αγαπητή από όλους, η Έλενα φύλακας άγγελος και ασπίδα, κι εγώ ένα χαμένο κορμί που προσπαθούσα να βρω τη θέση μου στο κόσμο. Εξιστορούσα έρωτες και φιλίες, τσακωμούς και αντιπαραθέσεις και εσύ κατάφερνες να βλέπεις σε όλα και σε όλους μόνο το καλό. Και κατάφερνες και έβγαζες τον καλύτερο εαυτό μας, με το χαμόγελο σου και με την καλοσύνη της ψυχής σου. Με αξιοπρέπεια ποτέ δεν φόρτωνες κανέναν με τα δικά σου. Τους πόνους σου τους κράταγες για σένα και μάλιστα φορτωνόσουν και τους δικούς μας. Ποτέ δε θυμάμαι να είπες πονάω, φοβάμαι, τρέμω. Πάντα έλεγες Όλα καλά, προχωράμε κι όπου βγει. Ζούμε τη ζωή. Και σ' άκουγα, αν θες να ξέρεις. Κι ακολούθησα τη συμβουλή σου και ζούσα τη ζωή. Προσπαθούσα τουλάχιστον.

Μετά τα χρόνια περάσανε. Με κατάπιε η καθημερινότητα. Η Ρουτίνα. Τα σχέδια για το μέλλον και το ίδιο το μέλλον που γινόταν παρόν και παρελθόν και πάλι πήγαινα παρακάτω. Ξεχάστηκα. Ξεχάστηκα να δω τι κάνεις. Να σε πάρω ένα τηλέφωνο. Παρόλο που ήξερα. Μπερδεύτηκα. Χάθηκα. Και κάπως αργά έμαθα για το ταξίδι σου. Δεν μπόρεσα να πω το τελευταίο Αντίο και το τελευταίο Σ' αγαπώ. Το φέρνω βαρέως αλλά προσδοκώ Ανάσταση νεκρών για να σε συναντήσω και να σου πω όλα αυτά που δε σου είπα. 

Τώρα διαβάζω και ξαναδιαβάζω τα κείμενα σου, τα βιβλία σου, θυμάμαι και νοσταλγώ τις βόλτες μας και χαμογελάω που υπήρξα τυχερή που με αγάπησες και μου έδειξες δρόμους ολάνθιστους γεμάτους αγάπη. Σπανίζουν τέτοιοι άνθρωποι που αποτελούν πυξίδα και οδοδείκτη προς την Αγάπη. 

Τώρα διαβάζω και ξαναδιαβάζω τα κείμενα σου, τα βιβλία σου και τα χρόνια περνάνε....